SOURCE:  Αλκη Ζέη:  Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα

WORDS: 1029

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ. Η ΕΛΕΝΗ στέκεται στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Δηλαδή πρέπει να στέκεται και να κοιτάζει. Πρώτη φορά ταξιδεύει βαγκόν-λι. Φοράει ένα ροζ νυχτικό με δαντέλες. Το αγόρασε στις εκπτώσεις στο σούπερ μάρκετ. Τα δικά της ξεθώριασαν πλύνε βάλε, στα αυτόματα πλυντήρια της γειτονιάς. Δεν μπορείς να ταξιδεύεις βαγκόν-λι με ξεθωριασμένο νυχτικό! Δίπλα της όρθιος ο Ευγένιος. Τις πυτζάμες που φορεί τις δανείστηκε από τον Μάνο, που είναι διπλός απ' αυτόν. Το παντελόνι τού το μάζεψε πίσω η Ελένη με μια παραμάνα, το σακάκι όμως πλέει αξιοθρήνητα πάνω του.

- Μην έχεις τόσο ταλαιπωρημένο ύφος, συμβουλεύει η Ελένη. Τρομαγμένος πρέπει να είσαι. Κάτι συμβαίνει έξω στην πλατφόρμα και προσπαθείς να μαντέψεις.

Ο Ευγένιος νευριάζει:

- Άσε τη σκηνοθεσία. Κοίτα καλύτερα τον εαυτό σου μ' αυτό το μπομπονί νυχτικό!

Έξω από το παράθυρο του τρένου στέκει ένας άντρας με σκούρο κοστούμι και πλατύγυρη ρεπούμπλικα. Φορεί μαύρα γυαλιά. Είναι ο σκηνοθέτης. Ποιος ξέρει γιατί ντύνεται έτσι. Το τρένο της φρίκης. Υπερπαραγωγή. Παίζουν τέσσερις μεγάλοι πρωταγωνιστές και διακόσιοι πενήντα κομπάρσοι. Ανάμεσα στους κομπάρσους: η Ελένη, ο Ευγένιος, ο Πάνος, η Άννα, και ο Στέφανος. Ογδόντα φράγκα τη μέρα και γύρισμα τουλάχιστο για πέντε μέρες. Τετρακόσια φράγκα! Κανένας τους δεν έχει κάρτα εργασίας. Τα κανόνισε όμως ο τρίτος σκηνοθέτης, που είναι φίλος του Στεφάνου. Είναι αριστεριστής και τα ξέρει όλα για την Ελλάδα. Για τη δικτατορία των «κολονέλων», τους πολιτικούς πρόσφυγες, τους αυτοεξόριστους. Ακόμα και τα πολύ πιο πριν, την Κατοχή και τον εμφύλιο.

Το τρένο της φρίκης

σκηνή - πλάνο - λήψη

Το βαγόνι ταλαντεύεται επί τόπου. Η Ελένη κι ο Ευγένιος κοιτάζουν τρομαγμένοι τον Στέφανο και τον Πάνο που, δεμένοι χέρι χέρι με χειροπέδες, πηδούν από το τρένο να δραπετεύσουν.

μοτέρ στοπ

- Δεν πηδάνε έτσι. Το τρένο είναι «εν κινήσει», ουρλιάζει ο σκηνοθέτης, και δεν ξέρει πως ο Πάνος έχει πηδήξει στ' αλήθεια από τρένο εν κινήσει όταν τον είχανε συλλάβει οι Γερμανοί στην Κατοχή και τον μετέφεραν από ένα στρατόπεδο σε άλλο.

Ήτανε τότε δεκαεννιά χρονών και τώρα τα 'χει καμπανιστά τα σαράντα πέντε.

Ο Πάνος σηκώνεται από χάμω, το ίδιο κι ο Στέφανος, μια και είναι δεμένοι μαζί. Ανεβαίνουν ξανά στο τρένο για να γίνει πρόβα - όπως θέλει ο σκηνοθέτης - για την ίδια σκηνή.

Ο σκηνοθέτης θα 'χει σίγουρα ακούσει τη φράση «κου ντ' ετά ντε κολονέλ», μα που να ξέρει πως αυτή η φράση έριξε στην υπερπαραγωγή του πέντε κομπάρσους, πέντε πολιτικούς πρόσφυγες, όπως λέγονται επίσημα. Χωρίς κάρτα εργασίας και με προβλήματα για κάρτα διαμονής. Δεν ξέρει πως η Άννα έχει μια φρέσκια ουλή κάτω από το δεξί στήθος από τα βασανιστήρια της χούντας. Δεν ξέρει πως μόλις πριν δυο μήνες βγήκε από τη φυλακή και ήρθε κρυφά στη Γαλλία με πλαστό διαβατήριο.

Ο σκηνοθέτης ανασηκώνει λίγο την πλατύγυρη ρεπούμπλικα προς τα πίσω, κι αυτή τη φορά μοιάζει ικανοποιημένος. Απλώνει τα δυο του χέρια μπροστά κι ύστερα τ' ανοίγει διάπλατα με μια μεγαλοπρεπή κίνηση. Αυτό σημαίνει πως ο Πάνος πήδησε σωστά και παρέσυρε όπως έπρεπε τον Στέφανο. Τώρα ασχολείται με άλλους κομπάρσους. Ο Πάνος κι ο Στέφανος στέκονται λίγο παράμερα και περιμένουν να χτυπήσει η κλακέτα. «Δεν θα 'ναι και τόσο γρήγορα», συλλογιέται η Ελένη, γιατί βλέπει τον τρίτο βοηθό να ξεκλειδώνει τις χειροπέδες. Ο Πάνος τρίβει το δεξί του χέρι, στον καρπό. Εκεί έχει ένα σημάδι. Το ξέρει πολύ καλά η Ελένη αυτό το σημάδι. Του είχε μείνει από τότε που τις φορούσε ενενήντα έξι μερόνυχτα συνέχεια. Πριν είκοσι χρόνια.

Τον Πάνο τον γνωρίζει από παιδί. Εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονώ κι αυτός δεκαοχτώ. Στην Κατοχή. Μένανε στην ίδια πολυκατοικία. Ένα πρωί την περίμενε στις σκάλες. Είχε παράξενο ύφος. «Έλα σε μια ώρα να με βρεις στην ταράτσα, στο πλυσταριό», της είπε φουριαστά και κατρακύλησε τις σκάλες. «Θέλει να με φιλήσει», συλλογίστηκε η Ελένη και πήγε από περιέργεια να δει πώς είναι, γιατί ακόμα δεν είχε φιληθεί με κανένα αγόρι. Τον βρήκε σκαρφαλωμένο στο γύρο της πέτρινης σκάφης. Της είπε πως αυτή ξεχώριζε από τα κορίτσια της γειτονιάς. Από την ανοιχτή πόρτα που έβγαζε στην ταράτσα φαινότανε τα απλωμένα σεντόνια που ανέμιζαν σαν πανιά στο πέλαγος. Ο Πάνος την τράβηξε από τα χέρια να σκαρφαλώνει κι αυτή στη σκάφη. «Τώρα θα με φιλήσει;» αναρωτήθηκε. Γιατί εκείνος είχε πλησιάσει το κεφάλι του πολύ κοντά στο δικό της. Άραγε έπρεπε ν' ανοίξει τα χείλη της ή να τα κρατάει κλειστά; «Δεν νοιώθεις τίποτα;» άκουσε ψιθυριστή τη φωνή του Πάνου. «Ναι», απάντησε, μα δεν ήταν σίγουρη αν ένοιωθε κάτι. Δεν τη φίλησε. Της πρότεινε να μπει στην οργάνωση και να βγούνε μαζί να γράψουνε συνθήματα στους τοίχους. «Δεν νοιώθεις τους κατακτητές να σου πλακώνουν το στήθος;» Ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της κι άκουσε την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά. «Το 'λεγα πως ξεχωρίζεις απ' τ' άλλα κορίτσια.»

Η Ελένη δεν το 'μαθε ποτέ αν είχε πάει μόνος του να τη βρει ή αν τον είχε στείλει η Λίζα. Η Λίζα ήτανε η μητέρα της. Μα όλοι οι φίλοι και η ίδια η Ελένη κι ο μεγαλύτερος αδελφός της τη φώναζαν Λίζα. «Δεν της μοιάζεις», της λέγανε, κι εκείνη από μικρό κορίτσι καταλάβαινε πως θέλανε να πούνε: «Δεν είσαι όμορφη σαν κι αυτή. Δεν έχεις τον αέρα της.» Αυτόν τον αέρα της Λίζας τον ζήλευε πολύ. Σ' όλη την Κατοχή και μετά, στις άλλες μπόρες, η Λίζα ντυμένη πάντα με την τελευταία μόδα, πότε με τουρμπάν στο κεφάλι, πότε με καπέλο, περνούσε ανάμεσα από μπλόκα Γερμανών, από ασφαλίτες, και ποτέ κανένας δεν τη σταμάτησε να ψάξει την ασορτί με τα παπούτσια τσάντα της που ήτανε γεμάτη προκηρύξεις. Παράξενη γυναίκα η Λίζα, παράξενη μάνα. Δεν ανησυχούσε, σαν τις πιο πολλές μανάδες, μήπως πάει η κόρη της στη διαδήλωση, ανησυχούσε μήπως και δεν πάει. Δεν την ήθελε να γίνει ένα ήσυχο κορίτσι, που του άρεσε να γράφει πότε πότε ποιήματα. Σίγουρα αυτή θα 'στειλε τον Πάνο.

Η μεγάλη συμπάθεια της Λίζας ήτανε ο Ευγένιος, που τον γνώρισε αργότερα.

Ο Ευγένιος βαρέθηκε το παράθυρο και πάει και κάθεται στην κουκέτα.

- Μα τι κάνουν λοιπόν και δεν αρχίζουμε;

Η Ελένη δεν κουνάει από τη θέση της. Εξακολουθεί να στέκεται όρθια με τα χέρια κρεμασμένα, σαν να συλλογιέται κάτι, σαν να βαριέται και να καθίσει και να σταθεί.

- Μ' αυτό το μπομπονί νυχτικό μοιάζεις είκοσι χρονώ.

COMMENTARY:  As will become clear from reading the first few lines, this extract starts with a scene which is in fact being acted.  The narrative moves in and out of the film being acted.  How does this affect your choice of words to translate for example πρέπει in line 1 and in the second paragraph?  The narrative is in the present tense in Greek.  What tense will you choose for your English translation, and why?

back