επιμένοντας με προσήλωση

This is a metaphorical use of the word here.  insisting will not be appropriate (it implies opposition from somebody, perhaps her parents).  Here the Greek term seems to mean that she did not give up, but continued with practising.

 

Consider these examples, taken from the ILSP corpus:

Καταγραφή εξαιρετική, με μια κάμερα που παραμένει διαρκώς κοντά στα πρόσωπα και στα αντικείμενα, ξεχωρίζοντας και τονίζοντας κάποια λεπτομέρεια, επιμένοντας στις εκφράσεις και την όλη συμπεριφορά των προσώπων.

Η σκηνοθεσία του αναζητά βασικά το ρεαλιστικό στοιχείο, επιμένοντας στις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, τοποθετώντας τα ταυτόχρονα σ' ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον (ο μίζερος, εργατικός κόσμος της οικογένειας της Ντελφίν, σ' αντίθεση με τον πλούσιο, ψυχρό κόσμο της οικογένειας της Κλοντ).

Με πέντε καινούργιες παραγωγές και δύο επαναλήψεις εξορμά φέτος η "Πειραματική Σκηνή της" Τέχνης "" της Θεσσαλονίκης στο θέατρο "Αμαλία", επιμένοντας στο εναλλασσόμενο δραματολόγιο, με τρία διαφορετικά έργα κάθε εβδομάδα.

In these, the idea of "insisting" (πάρα τις αντιρρήσεις) is missing.  Notice that in these examples, επιμένοντας is followed by σε.  A clue to a possible translation comes in the first example, where επιμένοντας is the third participle in a row, after ξεχωρίζοντας and τονίζοντας.  Words like stress, highlight or focus on could be used to translate these examples.  They are not however appropriate for this text, where you will have to move further away from the Greek.  How else might this have been said in Greek?  αφοσιώθηκε?  

 

back